Πόση Μνήμη χρειάζεται η Δημοκρατία;
Mε αφορμή την 80ή επέτειο του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
του Norbert Lammert
Με αφορμή την 80ή επέτειο από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τα 20 χρόνια από την ανέγερση του Μνημείου του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο, πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο στο Βερολίνο μια συζήτηση με θέμα «Το μέλλον της μνήμης». Στην χαιρετιστήρια ομιλία του, ο καθηγητής Νorbert Lammert, πρώην πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, τόνισε ότι, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, λιγότερο από το μισό του γερμανικού πληθυσμού θεωρεί σημαντική την κουλτούρα μνήμης, ενώ το 38% τάσσεται υπέρ του να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο του παρελθόντος. Ο κ. Lammert θεωρεί ανησυχητικό αυτό το εύρημα. Στo ακόλουθo άρθρο, το οποίο ευγενικά παραχώρησε στο περιοδικό μας “εξάντας”, συνοψίζει τις βασικές του απόψεις σχετικά με τη σημασία της κουλτούρας μνήμης.
***
Πόση μνήμη χρειάζεται η δημοκρατία; Και ποιος είναι πράγματι υπεύθυνος γι’ αυτήν; Και πώς μπορεί να υπολογιστεί αυτό που απαιτείται, τι από αυτό που απαιτείται προσφέρεται ήδη – ή το αντίστροφο: πόσο λείπει προφανώς και πού λείπει, και ποιοι πρέπει να το προσφέρουν;
Η πολιτική θα μπορούσε να διευκολύνει τον εαυτό της αν ακολουθούσε τον ευρέως αναγνωρισμένο Άγγλο ιστορικό Eric Hobsbawm. Γι’ αυτόν, η ιστορία δεν έχει θέση στα χέρια των πολιτικών. «Ο καλύτερος τρόπος για να συμβιβαστούμε με το παρελθόν», είχε δηλώσει κάποτε, είναι «να αφήσουμε το παρελθόν πίσω μας και τη συγγραφή της ιστορίας εξ ολοκλήρου στους ιστορικούς». Αυτή η εύγλωττη παρατήρηση επιβεβαιώνει τουλάχιστον την ευχαρίστηση που αποδίδεται στον Eric Hobsbawm για τις ευφάνταστες διατυπώσεις του, αλλά ενδεχομένως υποδηλώνει μιαν υποτίμηση της θεμελιώδους σημασίας των αναφορών στο παρελθόν, όχι μόνο σε γενικές γραμμές, αλλά και ειδικότερα ως προς τη συγκρότηση και τη νομιμοποίηση των πολιτικών συστημάτων. Η δράση ενός κράτους πραγματοποιείται (ή διαδραματίζεται;) πάντα σε ιστορικό πλαίσιο, χωρίς εξαίρεση. Και το πώς αυτή γίνεται αντιληπτή πραγματοποιείται επίσης σε ιστορικό πλαίσιο – αν όχι πάντα, αλλά σχετικά συχνά και σε ορισμένες χώρες ακόμη συχνότερα από ό,τι σε άλλες –γεγονός που συνηγορεί υπέρ μιας πολύ διαφοροποιημένης αντιμετώπισης του θέματος, ιδίως από γερμανική σκοπιά. Η ταυτότητα ενός ατόμου καθορίζεται ουσιαστικά από την καταγωγή του και παρομοίως το ίδιο ισχύει και για την ταυτότητα χωρών, λαών και εθνών. Tο να φανταστεί κανείς την ταυτότητα μιας χώρας και την περισσότερο ή λιγότερο έντονη ταύτιση των πολιτών της με τη ίδια τους τη χώρα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καταγωγή τους είναι μια αρκετά θεωρητική άσκηση και μάλλον μακριά από την πραγματικότητα.
Το παρόν είναι όχι βέβαια αποκλειστικά, αλλά σίγουρα σε σημαντικό βαθμό, προϊόν του παρελθόντος, και το μέλλον μπορεί δύσκολα να αντιμετωπιστεί χωρίς επίγνωση αυτού που έχει προηγηθεί – σε κάθε περίπτωση μια τέτοια προσέγγιση σπάνια είναι επιτυχής. Τα έθνη περισσότερο από ό,τι τα μεμονωμένα άτομα βρίσκονται υπό την παρακολούθηση των συγχρόνων τους. Και αν αυτό ισχύει με βεβαιότητα για κάποιο έθνος, τότε για το δικό μας. Το γεγονός ότι αυτή είναι μια καθοριστική πτυχή της σχέσης μεταξύ των Γερμανών και των γειτόνων τους έχει περιγραφεί αρκετά συχνά και δικαίως, ώστε δεν χρειάζεται περαιτέρω εξηγήσεις. Ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία και ένα κράτος τοποθετούνται απέναντι στην ιστορία τους, μάς επιτρέπει να βγάλουμε βασικά συμπεράσματα για την αντίστοιχη αυτογνωσία τους. Από αυτή την άποψη, όταν μιλάμε για τη μνήμη γενικά και την κουλτούρα της μνήμης ειδικότερα, μιλάμε πάντα άμεσα και έμμεσα για την ευθύνη του κράτους.
Σύμφωνα με την αντίληψή μου για τον πολιτισμό, το κράτος δεν είναι υπεύθυνο για τον πολιτισμό, αλλά για τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός αναπτύσσεται – κάτι που δεν είναι το ίδιο. Το ποια βιβλία γράφονται σε μια χώρα, ποια θεατρικά έργα και το πώς σκηνοθετούνται, ποια έργα ζωγραφικής δημιουργούνται και πώς, ποια γλυπτά τοποθετούνται σε περίοπτες θέσεις, δεν είναι θέματα που αφορούν το κράτος, εκτός από το ότι πρέπει να διευκολύνει την πραγματοποίησή τους, αν θέλει να θεωρείται πολιτισμένο κράτος. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το κράτος δεν έχει καμία αρμοδιότητα ως προς το περιεχόμενο της τέχνης και του πολιτισμού, διεκδικώ όμως κατηγορηματικά την αρμοδιότητά του για έναν μόνο τομέα της πολιτικής του πολιτισμού: την κουλτούρα της μνήμης!
Δεν θεωρώ ρεαλιστική ούτε καλά μελετημένη την αντίληψη που θεωρεί ότι το κράτος δεν πρέπει να συμμετέχει σε αυτό το κομμάτι της κοινωνικής σκέψης, της εξέλιξης και περαιτέρω ανάπτυξης της ταυτότητάς του. Σε αυτό το ζήτημα, δεν μπορεί το κράτος να περιορίζεται μόνο στη διασφάλιση των βασικών συνθηκών, αλλά οφείλει να έχει μία στάση απέναντι στην δική του ιστορία και στην ιστορία της χώρας του, και με τον τρόπο που το κάνει ή δεν το κάνει, να διαμορφώνει την κουλτούρα της μνήμης μιας κοινωνίας. Παραδέχομαι ότι ο όρος «κουλτούρα μνήμης» είναι εξίσου προβληματικός όπως και άλλοι παρόμοιοι όροι, έχω επίσης αμφιβολίες για τον όρο «πολιτική για την ιστορία» – έναν όρο που θεωρώ ακόμη πιο προβληματικό από τον όρο «κουλτούρα μνήμης», διότι ούτε η πολιτική είναι υπεύθυνη για την ιστοριογραφία, ούτε η ιστοριογραφία για την πολιτική. Και οι δύο ακολουθούν τις δικές τους επιταγές, οι οποίες σίγουρα δεν είναι ταυτόσημες. Ωστόσο, η ιστορία δεν έχει να κάνει μόνο με το παρελθόν, όπως και η πολιτική δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην αντιμετώπιση του παρόντος. Το βασικό κριτήριο για τη σημασία τους είναι η συμβολή τους στην αντιμετώπιση του μέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο πληρέστερος ίσως τίτλος του κοινού μελήματος θα ήταν: Πόση μνήμη χρειάζεται το μέλλον μιας Δημοκρατίας;
Πράγματι, εδώ και αρκετό καιρό παρατηρούμε τακτικά ενδείξεις τόσο για ένα φαινομενικά νέο ενδιαφέρον για την ιστορία όσο, όσο και καταγγελίες για μια ανησυχητική έλλειψη ιστορικών γνώσεων. Και για τα δύο υπάρχουν αποδείξεις. Ο κινηματογράφος ανακαλύπτει εκ νέου ιστορικά θέματα, ακόμη και στην τηλεόραση έχει εισχωρήσει ο όρος «ιστορικό ψυχαγωγικό πρόγραμμα» (histotainment) για να περιγράψει ένα συγκεκριμένο είδος αφηγηματικού ντοκιμαντέρ ιστορικών γεγονότων, προφανώς με στόχο για την ικανοποίηση όσων αντιδρούν ενστικτωδώς στον όρο «ιστορία», υπονοώντας ότι πρόκειται για ψυχαγωγία. Ωστόσο, είμαι κάπως επιφυλακτικός όταν διαβάζω κατ΄επανάληψη για το υποτιθέμενο νέο ενδιαφέρον για την ιστορία, καθώς έχω την εντύπωση ότι η αναγνώριση της ύπαρξης αυτού του ενδιαφέροντος είναι μάλλον νεότερη από το ίδιο το ενδιαφέρον. Γιατί όσο σωστή είναι η αναφορά στον αξιοθαύμαστο αριθμό λογοτεχνικών έργων, στην πληθωριστική παρουσία εκθέσεων, ταινιών και άλλων σχετικών μορφών αφήγησης, εξίσου σχετικές είναι, δυστυχώς, και οι έρευνες που τεκμηριώνουν την ιστορική γνώση ή άγνοια των νεότερων γενεών. Πίσω από την επιφανειακή ενασχόληση με πρόσωπα, γεγονότα και περιστατικά, δεν βρίσκεται πάντα η σε βάθος ανάλυση των διαδικασιών, των εξελίξεων, των γεγονότων, των αιτίων τους και, ιδίως, των επιπτώσεών τους.
Το γεγονός ότι η νεότερη γερμανική ιστορία συχνά δημιουργεί μάλλον μια ανάγκη αποστασιοποίησης από την ίδια τη χώρα και την ιστορία της παρά μια αυθόρμητη επιθυμία ταυτοποίησης, γίνεται τουλάχιστον κατανοητό, αν λάβουμε υπόψη την ιδιαίτερη πορεία της γερμανικής ιστορίας – σε κάθε περίπτωση, αυτό εξηγεί σχεδόν επαρκώς τη σχέση των ανθρώπων με την ιστορία τους, η οποία είναι πολύ λιγότερη περίπλοκη για τους ανθρώπους στα περισσότερα γειτονικά μας κράτη από ό,τι στη Γερμανία.
Φυσικά, στο επίκεντρο της γερμανικής πολιτικής μνήμης πρέπει να βρίσκεται η διπλή εμπειρία με τις δικτατορίες του 20ού αιώνα, η οποία αποτελεί μέρος της συλλογικής μνήμης όλων των Γερμανών. Στη δημοκρατία μας, η θεμελιώδης συναίνεση κατά του ολοκληρωτισμού, η επεξεργασία των εμπειριών με τα δύο πολιτικά συστήματα με τα κοινά και διαφορετικά τους χαρακτηριστικά, είναι καίριας, και πάλι πολιτικής, σημασίας. Το πρόγραμμα για τους Τόπους Μνήμης που εγκρίθηκε το 2008 από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση – το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν θα χρειαζόταν αν δεν υπήρχε ευθύνη του κράτους για το ζήτημα αυτό – επιδιώκει την ενίσχυση της κουλτούρας μνήμης και μνημόνευσης της περιόδου του ναζισμού καθώς και της δεύτερης γερμανικής δικτατορίας, η οποία αναπτύχθηκε τα περασμένα χρόνια με την υποστήριξη κρατικών φορέων και φορέων της κοινωνίας των πολιτών.
***
Η ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, που ξεπερνά τα 75 χρόνια, είναι μεταξύ άλλων μια αξιοσημείωτη, πολυετής διαδικασία εκμάθησης της ιστορίας και της επεξεργασίας της, μια διαδικασία η οποία, εξάλλου, δεν εξελίχθηκε καθόλου αβίαστα. Όμως, το γεγονός ότι δεν υπάρχει όχι μόνο στην Ευρώπη, μια άλλη χώρα που έχει τόσους λόγους να αντιμετωπίσει τη δική της ιστορία όσο εμείς, αλλά και το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία άλλη χώρα που να έχει αντιμετωπίσει την ιστορία της και να υποβλήθηκε σε αυτοκριτική με τόση ειλικρίνεια όσο εμείς, αποτελεί μια ενθαρρυντική εμπειρία που αντανακλάται στην αντίληψη που έχουν οι γείτονές μας για τη Γερμανία. Το γεγονός ότι αυτή η χώρα έχει γίνει και πάλι αποδεκτή και αναγνωρίστηκε ως ισότιμη χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια και, επιπλέον, με δεδομένη την ιστορία μας, θεωρείται από ορισμένους, εντυπωσιακά, ως πρότυπο για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου κρατικού και κοινωνικού συστήματος, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την αναγνώριση της συνεπούς, διεξοδικής και, χωρίς αναστολές αντιμετώπισης της ιστορίας μας.
Ένα από τα πιο ευαίσθητα καθήκοντα τόσο των επαγγελματιών ιστορικών όσο και των κρατικών θεσμών κατά την ενασχόλησή τους με την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων είναι να μην παραβλέπουν τη συμβολή των δρώντων προσωπικοτήτων σε αυτές τις ιστορικές εξελίξεις , αλλά και να μην αφήνουν τις μεγάλες γραμμές της ιστορίας της χώρας να χαθούν πίσω από τις προσωπικότητες. Γιατί η ιστορία είναι πάντα και τα δύο. Δεν μπορεί ποτέ να αποσπαστεί από τους πρωταγωνιστές της, αλλά δεν μπορεί επίσης να εξηγηθεί επαρκώς μόνο μέσα από τις δράσεις των προσώπων.
Οι αγώνες για την ελευθερία δεν αξίζουν τον σεβασμό μας, μόνο εφόσον πέτυχαν το στόχο τους, αλλά επειδή έλαβαν χώρα. Και ακριβώς γι’ αυτό η κουλτούρα μνήμης είναι κάτι περισσότερο από την ανάμνηση διακεκριμένων προσωπικοτήτων – ή, αντίστρoφα, ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα της κουλτούρας μνήμης είναι να συντηρεί τη μνήμη προσώπων που κανείς δεν θυμάται πια, χωρίς τα οποία όμως δεν θα υπήρχαν εκείνα τα πρόσωπα που θυμόμαστε.
Πώς στεκόμαστε απέναντι στην ιστορία μας; Πώς αναγνωρίζουμε τα σημεία-ορόσημα που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε γιατί η χώρα αυτή είναι σήμερα έτσι όπως είναι; Τι από αυτά θεωρούμε σημαντικό για εμάς και πώς αυτό αποτυπώνεται στις δομές, στους θεσμούς, ακόμη και στα μνημεία;
Ο Ισραηλινός συγγραφέας Άμος Οζ είπε κάποτε σε μια συνέντευξη: «Αν είχα λόγο στις ειρηνευτικές συνομιλίες, θα υποδείκνυα στους τεχνικούς ήχου να κλείσουν τα μικρόφωνα μόλις κάποιος από τους διαπραγματευτές άρχιζε να μιλάει για το παρελθόν. Πληρώνονται για να βρουν λύσεις για το παρόν και το μέλλον». Ένας συγγραφέας μπορεί να το πει αυτό, αλλά δεν είναι αποτελεσματικό ούτε στη Μέση Ανατολή ούτε στην Ευρώπη. Ούτε οι Γερμανοί και οι Πολωνοί, ούτε οι Έλληνες και οι Τούρκοι, ούτε οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι μπορούν να διαμορφώσουν το μέλλον τους απωθώντας ή αρνούμενοι το κοινό τους παρελθόν. Επιπλέον, όσο πιο αδιάλλακτες γίνονται οι σχέσεις και όσο περισσότερο διαρκούν, τόσο πιο ακριβής είναι αυτή η σοφία της ζωής: Το μυστικό της συμφιλίωσης είναι η μνήμη, όχι η λήθη, όχι η καταστολή αυτού που συνέβη, αλλά η επεξεργασία αυτού που συνέβη. Η συνειδητή, συχνά οδυνηρή διαδικασία της αντιμετώπισης αυτού που συνέβη, είναι η αναπόφευκτη προϋπόθεση για μια προοπτική κοινής αντιμετώπισης των μελλοντικών προκλήσεων.
Βέβαια, καθώς οι εμπειρίες που έχουμε συλλέξει σαν άτομα, όπως και σαν χώρες, έθνη ή κράτη, δεν είναι ταυτόσημες – κάθε πλευρά έχει συλλέξει τις δικές της εμπειρίες, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την επισήμανση, ειδικά από ιστορικούς, ότι δεν υπάρχει και δύσκολα μπορεί να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή αφήγηση της ιστορίας, δεδομένου ότι υπάρχουν πολύ διαφορετικές εμπειρίες. Ωστόσο, η σωστή επισήμανση των διαφορετικών εμπειριών αποτελεί ταυτόχρονα και μια κακή δικαιολογία για την άρνηση της κοινής επεξεργασίας αυτών των διαφορετικών εμπειριών.
Πόση μνήμη χρειάζεται η δημοκρατία; Χρειάζεται πράγματι μόνο η δημοκρατία μνήμη, χρειάζεται περισσότερη από άλλα πολιτικά συστήματα; Δεν μπορώ να δώσω μια οριστική απάντηση, αλλά μπορώ να εκφράσω την ισχυρή μου υπόθεση ότι η δημοκρατία χρειάζεται πράγματι συνεχή αυτοεπιβεβαίωση, περισσότερο από άλλες μορφές πολιτικής οργάνωσης, όχι μόνο επειδή δεν διαθέτει άλλα στηρίγματα σταθερότητας, τα οποία τα αυταρχικά συστήματα έχουν σε αφθονία, και τα έχει ρητά αποκλείσει από το ρεπερτόριό της.
Μπορεί να υπάρξει πλεόνασμα μνήμης; Ναι, πιστεύω ότι μπορεί. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της εμμονής στο παρελθόν, της φυγής από την πραγματικότητα, και υπάρχουν παραδείγματα για αυτό. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές εξελίξεις, τις τάσεις και τις αντιδράσεις, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος στην ελλειματική ενασχόληση με τη δική μας ιστορία ώστε να διατηρείται ζωντανή στη δημόσια συνείδηση. Γιατί το τίμημα της ιστορικής λήθης, της απώλειας ή απώθησης της μνήμης είναι η απώλεια της λογικής. Μια κοινωνία που δεν θέλει ή δεν μπορεί να θυμηθεί, ένα κράτος που προσποιείται ότι δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν του, αυτό-αποκεφαλίζεται κατά κάποιον τρόπο, καθώς στερείται τα μέσα που χρειάζεται για την αυτογνωσία του.
_________
Ο καθηγητής Norbert Lammert, μέλος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, CDU, ήταν βουλευτής του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου από το 1980 μέχρι το 2017 και Πρόεδρός του από το 2005. Από το 2018 είναι πρόεδρος του πολιτικού Ιδρύματος Konrad Adenauer.
