24. Φεβρουαρίου 2026

Eλληνογερμανική ανταλλαγή νέων

By editorial team

Η μνήμη ως γέφυρα των ελληνογερμανικών σχέσεων

του Ronald Meinardus

Οι εποχές, που οι δάσκαλοι και οι δασκάλες στέκονταν μπροστά στον πίνακα για να εμφυσήσουν στους μαθητές την διδακτέα ύλη, ανήκουν ολοένα και περισσότερο στο παρελθόν – κάτι το οποίο είναι θετικό. Στo κείμενο που ακολουθεί θα αναφερθώ σε ένα εκπαιδευτικό εγχείρημα, που επιδιώκει νέοι και νέες από τη Γερμανία και την Ελλάδα, να προσεγγίσουν ένα θέμα, που είναι κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητο.

«Στα ίχνη της κοινής ιστορίας» είναι ο τίτλος ενός ελληνογερμανικού προγράμματος ανταλλαγής νέων, το οποίο πραγματοποιήθηκε στα τέλη Αυγούστου για μια εβδομάδα στη Βίτσα – ένα γραφικό ορεινό χωριό, μισή περίπου ώρα από τα Ιωάννινα. Η εκπαιδευτική αυτή δράση οργανώθηκε φέτος από την ελληνική οργάνωση Επέκεινα Χώρα και τον ελληνογερμανικό σύλλογο Eξάντας Βερολίνου, με την οικονομική υποστήριξη του Ελληνογερμανικ0ύ Ιδρύματος Νεολαίας.

Εδώ και καιρό έχει αποδειχθεί ότι μαθαίνουμε πιο ουσιαστικά όταν μοιραζόμαστε εμπειρίες και συζητάμεδιαφορετικές οπτικές μέσα σε μια ομάδα. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν το αντικείμενο είναι αμφιλεγόμενο και απαιτεί κριτική αντιπαράθεση. Σίγουρα υπάρχουν πιο εύκολα προσβάσιμα μέρη για σεμινάρια απ’ ό,τι η απομονωμένη Βίτσα· ωστόσο, όταν ο σκοπός είναι να αναζητήσει κανείς, να βιώσει και να διδαχθεί από την Ιστορία – υπόσχεση που είχαν δώσει οι διοργανωτές κατά την προκήρυξη του προγράμματος –, τότε δύσκολα θα μπορούσε να βρει πιο κατάλληλο μέρος..

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (1941–1944), μονάδες της Βέρμαχτ διέπραξαν αναρίθμητα εγκλήματα στην περιοχή: λεηλάτησαν, έκαψαν χωριά, δολοφόνησαν αμάχους και εκτόπισαν σχεδόν ολόκληρο τον εβραϊκό πληθυσμό, ο οποίος στη συνέχεια εξοντώθηκε στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Αυτό το σκοτεινό παρελθόν εξακολουθεί να πλανάται σαν σκιά πάνω από τις ελληνογερμανικές σχέσεις, και επανέρχεται συχνά ως θέμα συζήτησης μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών. Οι διοργανωτές με κάλεσαν να παρουσιάσω τα πρόσφατα ερευνητικά μου ευρήματα σχετικά με την εικόνα της Ελλάδας στη Γερμανία, αλλά και της Γερμανίας στην Ελλάδα. Συμμετείχαν δέκα νέοι ενήλικες από κάθε χώρα. Πολύ πιο έντονες από τους «ψυχρούς» αριθμούς των δημοσκοπήσεων ήταν, κατά τη γνώμη μου, οι προσωπικές εμπειρίες των συμμετεχόντων στους ιστορικούς τόπους που επισκέφθηκαν, οι αμέτρητες συζητήσεις που λάμβαναν χώρα στην ολομέλεια ή σε μικρότερες ομάδες – αλλά και στο ενδιάμεσο στη ταβέρνα του χωριού.

Κομβικό ρόλο στις σχέσεις των δύο χωρών κατέχει το χωριό Λυγγιάδες. Στις 3 Οκτωβρίου 1943, Γερμανοί στρατιώτες σφαγίασαν εκεί 92 άτομα, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Σήμερα ένα μνημείο, βρίσκεται εκεί, για να θυμίζει το έγκλημα. Όταν ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ εκφώνησε εκεί την ομιλία του το 2014 – εβδομήντα χρόνια αργότερα –, ζήτησε «με αίσθημα ντροπής και πόνου» συγχώρεση και ανακοίνωσε τη δημιουργία του Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας. Ύστερα από πολιτικές διαπραγματεύσεις, το Ίδρυμα άρχισε να λειτουργεί το 2021. Το μήνυμα του Γκάουκ ήταν σαφές: οι φρικαλεότητες δεν πρέπει να ξεχαστούν. Έκτοτε η κουλτούρα της μνήμης αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της γερμανικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα.

Ωστόσο αυτή η μορφή θεσμικά υποστηριζόμενης μνήμης δεν βρίσκει παντού αποδοχή. Σε ορισμένες μαρτυρικές κοινότητες, θύματα γερμανικών εγκλημάτων πολέμου, η στάση κυμαίνεται από ήπια επιφύλαξη έως και ευθεία αντίθεση. Οι επικριτές θεωρούν τα επίσημα προγράμματα – συμπεριλαμβανομένου και του Ιδρύματος Νεολαίας – ως «συγχωροχάρτι», που αποσκοπεί να απομακρύνει τη συζήτηση από το αίτημα των πολεμικών αποζημιώσεων.

Στη Βίτσα, οι συμμετέχοντες, ύστερα από την εμπεριστατωμένη ενημέρωση των διοργανωτών της ανταλλαγής νέων, Όλγας Δρόσου και Ανδρέα Πόλτερμαν, που ήρθαν από το Βερολίνο, εργάστηκαν σε ομάδες και αντάλλαξαν κριτικά απόψεις πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Δεν υπήρξαν εθνικές αντιπαραθέσεις ενώ και από τις δύο πλευρές υποστηρίχθηκε, ότι τα εγκλήματα του παρελθόντος πρέπει να λειτουργήσουν ως μάθημα για τις επόμενες γενιές. Επίσης, ειπώθηκε από πολλούς πως τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν απουσιάζουν σχεδόν εντελώς από τα επίσημα σχολικά προγράμματα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις σχετικής γνώσης.

Τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να βοηθήσουν να καλυφθούν αυτά τα κενά. «Δεν είχα ακούσει ποτέ για αυτά τα γεγονότα», είπε ένας συμμετέχων από τη Γερμανία μετά την επίσκεψη στο μνημείο των Λυγγιάδων. «Αυτές οι εντυπώσεις δεν θα σβήσουν ποτέ από τη μνήμη μου και θα τις μεταφέρω και στα παιδιά μου.»

***

 Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε προηγούμενη εκδοχή στα Γερμανικά στη Griechenland Zeitung το Σεπτέμβριο 2025. Η παρούσα εκδοχή δημοσιεύθυκε στο περιδοκό “εξάντας” τεύχος 41. 

O Δρ. Ronald Meinardus ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ως πολιτικός αναλυτής στο αναγνωρισμένο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛIΑΜΕΠ) διερευνά τις ελληνογερμανικές σχέσεις με έρευνες, άρθρα και ομιλίες.