6 Απριλίου, 2021

Μακεδονικό: η εθνική μοναξιά της Ελλάδας – του Δημήτρη Χριστόπουλου

By admin

Τον Απρίλιο του 2018 κυκλοφόρησε το βιβλίο που γράψαμε με τον Κωστή Καρπόζηλο 10+1 Ερωτήσεις & Απαντήσεις για το Μακεδονικό (Αθήνα, εκδ. Πόλις), ένα μικρό πόνημα που είχε σκοπό να μπορέσει να αποδομήσει τους κυρίαρχους μύθους που έχουν στοιχειώσει στην ελληνική κοινή γνώμη με αφορμή το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, τηλεφώνησα σε έναν συνάδελφο στο πανεπιστήμιο, με τον οποίο έχουμε σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού μέσα στην διαφωνία μας, και του ζήτησα να γράψει κάτι, χωρίς να φείδεται φυσικά να εκφράσει τις διαφωνίες του στο βιβλίο. Ο συνάδελφός μου είπε ευγενικά πως δεν θα γράψει διότι “ούτε έπαινο θέλει να γράψει, ούτε λίβελο μπορεί.” Εν ολίγοις, ο άνθρωπος έκρινε ότι δεν μπορούσε να κάνει μια έντιμη κριτική στο βιβλίο, διότι δεν ήθελε να μιλήσει δημοσίως για τις όποιες αρετές του, τις οποίες ιδιωτικά μου αναγνώρισε, μολονότι ήξερε ότι δεν είχα την παραμικρή αξίωση να γράψει έπαινο.

 

Η εθνική μας μοναξιά” …

 

Από το παραπάνω προκύπτουν δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι γενικώς η αποδόμηση  των θέσφατων δοξασιών περί του Μακεδονικού στην Ελλάδα είτε απαντιέται με ύβρεις είτε απλώς με σιωπή. Κοινώς, δεν απαντιέται.

Παραδείγματος χάρη: γράφουμε, έναντι άλλων, ότι μακεδονικό έθνος υπάρχει διότι υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν πως ανήκουν σε αυτό. Μπορεί η πεποίθησή τους να ενοχλεί, μπορεί να θεμελιώνεται σε μύθους –μπορεί χίλια δύο πράγματα– αλλά τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει τους ανθρώπους να προσδιορίζουν σύμφωνα με τη βούλησή τους το εθνικό τους ανήκειν. Αυτή η βασική αρχή δεν μπορεί να αποκρουστεί εφόσον κάποιος επιχειρηματολογεί με στοιχειώδη σεβασμό στο δημοκρατικό αυτοπροσδιορισμό των εθνών, και τέλος στην ίδια την πραγματικότητα, η οποία μπορεί μεν να πονάει τους Έλληνες, όμως δεν παύει να υπάρχει.

Αυτό στην Ελλάδα δυστυχώς δεν μπορεί να το αντιληφθεί ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Για το λόγο αυτό, συμπολίτες μας που σίγουρα θεωρούν πως είναι δημοκράτες (και πιθανώς, ως προς τα λοιπά, να είναι) δεν έχουν το παραμικρό πρόβλημα να ξεφουρνίζουν κατά καιρούς ό,τι όνομα νομίζουν ότι είναι ενδεδειγμένο για ένα άλλο κράτος, προεξοφλώντας πως κάτι τέτοιο είναι αυτονόητα κεκτημένο δικαίωμά τους! Φυσικά, αδυνατούν να διανοηθούν πόσο μεγάλη ενόχληση θα τους προκαλούσε αν κάποιος τους αρνούνταν το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες… Εσχάτως δε εκφράζουν τη δυσφορία τους με την χρήση του όρου “μακεδονική” ιθαγένεια που προκύπτει από τη Συμφωνά των Πρεσπών διότι, λέει θα ήταν σαν η Νότια Αφρική να είχε ιθαγένεια “αφρικανική”… Τι να πούνε τότε όλοι οι πολίτες της αμερικανικής ηπείρου που οι πολίτες των ΗΠΑ έχουν ιθαγένεια “αμερικανική”; Επιχειρήματα του συρμού, που απλώς δείχνουν μια υπαρξιακή δυσανεξία: την “εθνική μας μοναξιά” που λέει και ένα όμορφο έντεχνο τραγούδι που γράφτηκε το 1992, με αφορμή το Μακεδονικό:

“Εδώ που μάθανε τα χρόνια μας να φταίνε

κι όλοι οι γειτόνοι μας ζητάνε μερτικό,

παίξε το τζόγο σου και βρίσε τους καημένε

με λεξιλόγιο πολύ ελληνικό

Γιατί εδώ, εδώ είν’ ο έρωτας που ξέρουμε

εδώ κι οι πίκρες που μας θέλουν και τις θέλουμε,

εδώ κι εμείς για να ’χει πάντα συντροφιά

η εθνική μας μοναξιά”[1]

 

…  ως εστία αυταρχισμού και αυτολογοκρισίας

Η εθνική μας μοναξιά δεν είναι όμως ανέφελη. Σφυρηλατεί έναν υφέρποντα αυταρχισμό στην κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα που οδηγεί στη σιωπή και στη βία. Όπου η αυτολογοκρισία δεν ισοπέδωσε την εκφορά του λόγου που κρίνεται ως προσβλητικός για την θέση του περήφανου μοναχικού, έπεται η καταστολή: η σιωπή δια της βίας. Το Μακεδονικό δεν δηλητηρίασε μόνο της σχέσεις της χώρας με το γείτονά της αλλά και την ίδια την δημοκρατία, και την ελευθερία της έκφρασης στο εσωτερικό  της.

Γιατί όλα αυτά; Είναι οι Έλληνες καθυστερημένοι εθνικιστές, οι βίαιοι Βαλκάνιοι νταήδες, καθώς υπαγορεύει μια σύγχρονη και κυρίαρχη ακόμη και στα καθ ’ημάς εκδοχή ενός βαλκανικού οριενταλισμού; Μήπως τελικά στη χώρα υπερισχύει μια underdog πολιτική κουλτούρα του μονίμως αδικημένου και σταθερά αδικαίωτου έναντι του ορθολογισμού και της αναβάθμισης της ποιότητας της δημοκρατίας και των θεσμών; Αυτό υποστηρίζει η θεωρία του πολιτισμικού δυϊσμού, κατά την οποία η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν θέατρο ανταγωνισμού αυτών των δύο τάσεων: αυτή της εθνικής εσωστρέφειας κι εκείνη του εκσυγχρονιστικού σχεδίου.[2]

Κατά την άποψή μου, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι δεν έχει στοιχεία αλήθειας. Το εκσυχρονιστικό σχέδιο της “ισχυρής Ελλάδας” της φρενήρους ανάπτυξης του ’90 δεν είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα να συμβιβαστεί με  τη «σκοπιανολογία», μολονότι αισθητικά και ιδεολογικά το όλο πρότζεκτ του ύστερου μακεδονικού δεν ήταν δικό της. Το ενσωμάτωσε όμως χωρίς προβλήματα, διότι διόλου δεν εμπόδιζε τις στρατηγικές της οικονομικής επέκτασης και πολιτικής ηγεμονίας στη βαλκανική ενδοχώρα.  Γι’ αυτό εξάλλου και το θέμα του ονόματος της πγδΜακεδονίας δε λύθηκε παρά το ότι στην Ελλάδα από το 1996 ως το 2004 είχαμε κυβερνήσεις που κατεξοχήν εξέφρασαν το σχέδιο του πολιτικού εκσυγχρονισμού και εξορθολογισμού της κοινωνίας.

Επομένως, ο “πολιτισμικός δυϊσμός” δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί η Ελλάδα απάντησε με τον τρόπο που απάντησε όταν το 1991 η γειτονική χώρα αποφάσισε απλά να πάψει να λέγεται “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας” σβήνοντας το “Σοσιαλιστική” και κρατώντας το υπόλοιπο: “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Διότι, ας μην ξεχνάμε και αυτό: οι άνθρωποι δεν ονομάζονταν Εσκιμώοι, Οτεντότοι ή Λιλιπούα και αποφάσισαν να τους λένε “Μακεδόνες”! Μακεδόνες τους λέγανε και πριν…

 

Αυτό που δείχνει παράλογο δεν είναι αδιανόητο: η ενδοχώρα της ιστορίας.

 

Στο εξωτερικό, η ελληνική θέση φαντάζει ακατανόητη ακόμη και σε ανθρώπους καλής προαίρεσης απέναντι στα ελληνικά πράγματα. Άνθρωποι που αγαπούν την Ελλάδα και τις συμπαρίστανται στα δύσκολα, όπως στα χρόνια της κρίσης, στο Μακεδονικό έχουν σηκώσει τα χέρια… [3]

Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτε στη σφαίρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κατ’ επέκταση της συμπεριφοράς των εθνών που να μη βγάζει νόημα.  Ακόμη και το πιο παράλογο, κάποιο νόημα βγάζει. Στην περίπτωσή μας, αυτό εξηγείται ιστορικά με αναφορά στο ελληνικό μοντέλο πολιτειακής συγκρότησης των 19ου και 20ου αιώνα.

Στην αρχή του αιώνα αυτού εντοπίζονται τα πρώτα σκιρτήματα αυτόχθονης εθνικής συνείδησης, του μακεδονισμού στη βαλκανική ενδοχώρα που με τον σταδιακό θάνατο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε λεία των νέων ρωμαλέων εθνικισμών των κρατών. Μέχρις ότου εδραιωθεί η ήττα του βουλγαρικού εθνικού κινήματος στην περιοχή, η ιδέα ότι κάποιοι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας μη φίλα προσκείμενοι στη Βουλγάρικη Εξαρχία μετατρέπουν το τοπωνύμιο “Μακεδόνας” σε εθνοτικό marker ήταν μάλλον βολικό για τις ελληνικές βλέψεις. Όταν όμως εδραιώθηκαν τα σύνορα και η χώρα έπρεπε να συγκροτήσει την δική εθνική αφήγηση ως ένα ενιαίο κυρίαρχο κράτος, η ύπαρξη μιας μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα ήταν δομικό πρόβλημα.

Όπως ο Γάλλος πολίτης, έτσι κι ο Έλληνας, δεν μπορεί παρά να είναι εθνικά Έλληνας. Δεν υπάρχει θέση για κάτι άλλο. Η εθνική ιδεολογία “ένα κράτος, ένα έθνος, μια γλώσσα” – συμπληρώνεται από μια ακόμη απαίτηση που δεν υπάρχει στη Γαλλία: μια θρησκεία. Όσοι είναι Έλληνορθόδοξοι δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες. Ως και το όνομα της θρησκείας παραπέμπει, με όρους του 20ου αιώνα, στο εθνικό. Το αποτέλεσμα είναι ότι εφόσον κάποιος είναι Έλληνορθόδοξος,[4] είναι “Έλλην το γένος”, δεν μπορεί να διεκδικεί να είναι κάτι άλλο.[5]

Οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες λοιπόν, αποτέλεσαν εξαρχής την εξαίρεση που έδωσε πνοή στο κανόνα. Στο Πατριαρχείο πίστευαν, αλλά Έλληνες δε νιώθανε. Κάποια χρόνια αργότερα, η συστράτευση μείζονος τμήματος της μειονότητας των Σλαβομακεδόνων στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο ήταν η αποφασιστική πράξη της εθνικής τους “αναξιότητας”. Με το τέλος του Εμφυλίου και την έξωσή τους από την επικράτεια, η Ελλάδα δεν αποδέχεται τίποτε σχετικά με την ταυτότητά τους: ούτε γλώσσα ούτε φυσικά διαφορετικό εθνικό φρόνημα. Οι διώξεις των εναπομείνοντων Σλαβομακεδόνων στη μετεμφυλιακή περίοδο ως το τέλος του Ψυχρού πολέμου (με μια σταδιακά χαλάρωση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 λόγω ΠΑΣΟΚ) ήταν στην ημερήσια διάταξη. Δεν μπορεί να είσαι Έλληνας και Μακεδόνας εφόσον η ιδιότητα ‘Μακεδόνας’ σημαίνει κάτι ανταγωνιστικό ως προς την ελληνικότητα.

Για το λόγο αυτό, η προσφυγή στην αρχαιότητα υπήρξε  η νέα αρματωσιά του ελληνικού εθνικιστικού λόγου σχετικά με το Μακεδονικό στα τέλη του 20ού αιώνα. Στις αρχές του 20ού, την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, οι Έλληνες Μακεδονομάχοι είχαν δικά τους άλογα και στρατηγούς… Δεν είχαν σκεφτεί να προσφύγουν ούτε στο Βουκεφάλα, ούτε τον Μέγα Αλέξανδρο. Η αρχαιοπληξία είναι προϊόν της τελευταίας δεκαετίας του 20ού.

Εκεί λοιπόν που η Ελλάδα είχε σχεδόν καταφέρει να ολοκληρώσει το έργο της καταναγκαστικής αφομοίωσης της μειονότητας αυτής που βρισκόταν εντός των συνόρων της, το 1991, σκάει μια βόμβα, όνομα και πράγμα: “Δημοκρατία της Μακεδονίας”! Πλέον, κυρίαρχο κράτος έχει το όνομα που τόσα χρόνια η Ελλάδα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να σβήσει. Το έκανε επιτυχημένα στο εσωτερικό της επικράτειάς της, αλλά η μάχη δεν μπορούσε να δοθεί εκτός επικράτειας. Εκεί η Ελλάδα ακολουθούσε από τη δεκαετία του 50 τη στρατηγική του ανόητου μεγάλου πτηνού: δεν έβλεπε, διότι δεν άντεχε.

Η στρατηγική ήταν επίσης βολική διότι ο άξονας Αθηνών – Βελιγραδίου, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε τρόπο. Το μακεδονικό παρέμενε αγκάθι, τον πόνο του οποίου η Ελλάδα ήταν διατεθειμένη να υποστεί λόγω άλλων μεγαλύτερων αναγκών τόσο για τον εαυτό της, όσο για όλη τη Δύση.

Συμπερασματικά, η ελληνική αντίδραση στο χρήση του ονόματος “Μακεδονία” από την πρώην γιουγκοσλαβική Δημοκρατία φαίνεται παράλογη, αλλά δεν είναι. Σε πρώτη φάση υπακούει στη νόρμα ενός κλασσικού αυταρχικού αφομοιωτικού μοντέλου, αλλά στην πορεία αυτονομείται, εκτροχιάζεται στο στρουθοκαμηλισμό της και εισάγεται στη σφαίρα του “ακατανόητου”. Αυτό το “ακατανόητο” διευθετήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Κι αυτό είναι επιτυχία.

[1]          Σε μουσική Μάριου Τόκα, στίχους Φίλιππου Γράψα και ερμηνεία Δημήτρη Μητροπάνου από τον ομώνυμο δίσκο: https://www.youtube.com/watch?v=b57vAQHDWe4

[2]          Πρβλ σχετικά στο βιβλίο του Νικηφόρου Διαμαντούρου, Πολιτισμικός διυσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Αθήνα, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000.

[3]           Μόνο οι Ευρωπαίοι φασίστες δικαιώνουν την ελληνική θέση, πρώτον διότι γενικά τους αρέσει ο ισχυρός να επιβάλει το όνομα που θέλει στον ανίσχυρο και δεύτερον διότι διαβλέπουν εδώ μια φυλετική διαμάχη μεταξύ “Ελλήνων” και “Σλάβων” στην οποία εύκολα παίρνουν το μέρος των απογόνων του αρχαιοελληνικού κλέους.  Με την εξαίρεση της Άκρας Δεξιάς, η Συμφωνία των Πρεσπών χαιρετίστηκε σχεδόν ομόφωνα με την γνωστή εξαίρεση της Ρωσίας που σχετίζεται με αποκλειστικά  γεωπολιτικούς λόγους.

[4]           Υπάγεται δηλαδή  στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

[5]           Η πολιτική αυτή έχει δύο όψεις: από τη μία, Έλληνες ομογενείς μπορεί να θεωρηθούν ως και οι Άραβες ελληνορθόδοξοι, και ως τέτοιοι πολιτογραφούνται κατά προτεραιότητα ως και σήμερα. Θα τρίζουν τα κόκαλα του Κοραή και άλλων πατέρων του ελληνικού διαφωτισμού αν ήξεραν ότι κάποτε αραβόφωνοι θα γίνονταν Έλληνες πολίτες επειδή είναι Ορθόδοξοι… Κι όμως! Η πίστη στο Πατριαρχείο καθίσταται οργανική ένδειξη ελληνικότητας, από την οποία δεν νοείται απόκλιση.